φωτ. Χαρισιάδης, Πωλητής ελαιών, 1951.

Οι ελιές προσφέρουν στους Κρητικούς τους πολύτιμους καρπούς και πιο πολύ το χρυσό λάδι τους. Το λάδι που για χιλιάδες χρόνια έθρεψε, γιάτρεψε, συνόδεψε τις λατρείες τους και αποτέλεσε την δύναμη της επιβίωσης του λαού της Κρήτης. Το λάδι καθίσταται παράλληλα και τελετουργικό υλικό, από τις αρχαίες σπονδές μέχρι το Eυχέλαιο, το Bάπτισμα, το χρίσμα της χριστιανικής λατρείας. Το λάδι που και σήμερα στις αρχές του 21ου αιώνα, παρά τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και τις ανακατατάξεις στην ζωή και την οικονομία των ανθρώπων, εξακολουθεί να παραμένει μαζί με τον Τουρισμό ένας από τους δυο κύριους οικονομικούς πόρους του νησιού.

Μυλόπετρα για σύνθλιψη και συμπίεση της ελιάς του τύπου Canalis Rotunda. Πρινές Ρεθύμνου.

Όσοι έχουν μεγαλώσει σε χωριά με ελαιώνες έχουν παρακολουθήσει τον παλιό παραδοσιακό τρόπο επεξεργασίας της ελιάς για τη σύνθλιψη. Με τα ζώα να γυρίζουν το μεγάλο τροχό με τις μυλόπετρες, τα μουτάφια, χοντρά μάλλινα πανιά ανάμεσα στα οποία έμπαιναν οι ελιές, τους χώρους που έτρεχε μετά τη σύνθλιψη το λάδι, καθώς και τους σωρούς που σχηματίζονταν από τους πυρήνες. Αυτούς που συχνά χρησιμοποιούσαν και για να συντηρούν τη φωτιά στο τζάκι το χειμώνα. Κι ακόμα, έχουν γευτεί τις φέτες καψαλισμένο ψωμί που μόλις είχε βγει από τον φούρνο, βουτηγμένο στο ζεστό ακόμη παρθένο ελαιόλαδο.

Ένα από τα πρώτα μεταλλικά δοχεία με ελαιόλαδο από Συνεταιριστικές Ενώσεις της Κρήτης.

Και ακόμη, το λάδι σημαίνει οικονομική δύναμη και πολύτιμο εμπορεύσιμο αγαθό. Σε όλη τη μεσαιωνική περίοδο η Κρήτη αποτέλεσε μία από τις βασικές ελαιοπαραγωγικές περιοχές της νότιας Ελλάδας. Ήδη από τα βυζαντινά χρόνια και αργότερα στα χρόνια της ενετοκρατίας, το λάδι συσκευαζόταν και μεταφερόταν μέσω των λιμανιών του Αιγαίου σε μεγάλες αποστάσεις. Στον 20ό αιώνα, η Κρήτη γέμισε με φάμπρικες σε όλα τα χωριά ακόμα και στα πιο μικρά κι απομονωμένα. Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο με τα μηχανικά ελαιοτριβεία άρχισε να συσκευάζεται σε μεταλλικά δοχεία για μια πιο ασφαλή και πρακτική μεταφορά. Το λάδι αναδείχτηκε σε πράσινο χρυσάφι για τον πληθυσμό της Ελλάδας ενώ έσωσε κυριολεκτικά τους κατοίκους της υπαίθρου από πείνα στις δύσκολες περιόδους όπου δοκιμάστηκαν οι αντοχές των Ελλήνων.

ιστορία
Ναυάγιο του 5ου π.Χ. αιώνα στο μουσείο της αρχαίας Αλικαρνασού (σημ. Bodrum).

Ήδη από τα αρχαία χρόνια το πολύτιμο λάδι μεταφέρεται με κάθε μέσον από τις ελαιοπαραγωγικές περιοχές στα λιγότερο ευνοημένα σημεία όπου δεν ευδοκιμούσαν τα ελαιόδεντρα. Μέσα σε ειδικά δοχεία τους πήλινους αμφορείς, μεταφερόταν με πλοία σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Μεσογείου. Στις αγορές του αρχαίου κόσμου το ελαιόλαδο πουλιέται στην πρώτη γραμμή της ζήτησης. Στην αγορά διαφοροποιούνται οι περιοχές προέλευσης -λευκότερο απ’ όλα είναι το σαμιακό ελαιόλαδο, θα επισημάνει ο Αντιφάνης- και στα συμπόσια συζητούνται η διαύγεια και το χρώμα, ενώ λεπτή ειρωνεία περιβάλλει τις συνήθειες των βουτυροφάγων 18 Βρίσκουμε συχνά στις πηγές του αρχαίου κόσμου υποτιμητικά υπονοούμενα για τη «βάρβαρη» διατροφική συνήθεια των βόρειων λαών να καταναλώνουν βούτυρα αντί ελαιόλαδο. βαρβάρων.

Ένας αθλητής απόξέει το λάδι τη σκόνη και τον ιδρώτα από το σώμα του με τη στλεγγίδα μετά από την προπόνησή του στο γυμναστήριο. Βιέννη, Kunstihistorisches Museum.

Οι αθλητές της αρχαίας Ελλάδας άλειφαν το σώμα τους με λάδι πριν από τα αγωνίσματα και το απομάκρυναν από το σώμα τους με την στλεγγίδα. Ένα εργαλείο που περνάει πάνω από το γυμνό του σώμα ο αθλητής και αποξέει το λάδι, τον ιδρώτα και τη σκόνη μετά την προπόνηση ή το αγώνισμα.

Στα ρωμαϊκά χρόνια τα λιμάνια της Κρήτης βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με ένα ευρύτατο δίκτυο εμπορικών ανταλλαγών με όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Λάδι ελιάς ταξίδευε μέσα σε αμφορείς προς και από την Κύπρο και τις ακτές της Παλαιστίνης, προς τη Μικρά Ασία, τις ακτές της Αφρικής και τις κατωιταλιωτικές περιοχές. Σε ναυάγια που έχουν ερευνηθεί στη βόρεια ακτή της Κρήτης αλλά και νότια της Αγίας Γαλήνης αποκαλύπτεται ότι το λάδι ήταν το κύριο εξαγώγιμο προϊόν ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια.

Στην Καινή Διαθήκη το λάδι χρησίμευε και ως μέσο καλλωπισμού, όπως δείχνει η εντολή του Χριστού προς τους μαθητές του κατά τη διάρκεια της νηστείας να αλείφουν τα πρόσωπά τους με λάδι, ώστε να μην γίνεται γνωστή η ασκητική τους προσπάθεια. Επιπλέον, ήταν δείγμα τιμής, φιλίας και αγάπης κάποιος να αλείφει με μύρο, δηλαδή αρωματικό λάδι, τους προσκεκλημένους του. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των Ευαγγελιστών, ο Ιησούς δέχτηκε αυτή τη φιλόφρονα χειρονομία δύο φορές: την πρώτη φορά από μια κακόφημη γυναίκα και τη δεύτερη από τη Μαρία, την αδελφή του φίλου του Λαζάρου. Επιπλέον, στα χρόνια της Καινής Διαθήκης με αρωματικό λάδι άλειφαν τους νεκρούς, συνήθεια που εφαρμόστηκε και στο σταυρωμένο σώμα του Ιησού. Είναι γνωστό το στιγμιότυπο, όπου οι Μυροφόρες φίλες του Ιησού κατυθύνθηκαν στον τάφο να ραντίσουν το λείψανο με μύρο, όπου συνάντησαν τον άγγελο που τους πληροφόρησε ότι «ουκ έστιν ώδε».

Ανέκαθεν γνωστό ως υπακτικό, μαλακτικό και επουλωτικό, το πολύτιμο προϊόν αποδεικνύεται περαιτέρω αναντικατάστατος φορέας αρωμάτων και φαρμάκων, καθώς τα έλαια των καρπών αποτελούν εξαίρετο διαλύτη για τα δραστικά συστατικά των φυτών. Ισορροπώντας μεταξύ θεραπευτικών και καλλυντικών στόχων, οι πρακτικές των μυρεψών καταθέτουν ανασκαφικές μαρτυρίες ήδη από τα μέσα της δεύτερης προχριστιανικής χιλιετίας, και περιλαμβάνουν νεωτερισμούς όπως η θέρμανση σε υδρόλουτρο και η -ευρύτατα εφαρμοζόμενη στην ελαιουργία- εκχύλιση. Τη χρήση αναλόγων μύρων θα διατηρήσει και ο ομηρικός κόσμος όπου συναντούμε περιγραφές όπου αλείφθηκε κάποιος με αρωματισμένο παχύρευστο έλαιο, άλλοτε αρωματισμένο με ροδοπέταλα άλλοτε με άνθη μυρωδάτα.
γυάλινο φιαλίδιο που περιείχε μύρο. Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.

Το αρωματικό έλαιο στα βυζαντινά χρόνια αποτελεί ένα είδος πολυτελείας που συσκευάζεται σε μικρά αγγεία, τα αλειπτά, (φωτ. FIALH) και συχνά αποστέλλεται ως ακριβό δώρο σε σημαίνοντα πρόσωπα. Το λάδι επίσης χρησιμοποιείται συχνά ως θαυματουργικό φάρμακο, κυρίως από αγίους ή οσίους που θεραπεύουν με το λάδι τους ασθένειες που η ιατρική αδυνατεί να θεραπεύσει.
Καθώς μεγάλο μέρος της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας περιλαμβάνεται στη ζώνη της ελαίας, το ελαιόλαδο διατηρεί την πρωτεύουσα θέση του στις διατροφικές συνήθειες των Μέσων Χρόνων. Χρησιμοποιούμενο κατά κόρον στην παρασκευή επιχρισμάτων, εμπλάστρων και αλοιφών ως έκδοχο και συνάμα μαλακτικό, διατηρεί τη μείζονα σημασία του. Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί ότι ακόμη και το άχρηστο μέρος του λαδιού, το κατακάθι (η μούργα) γίνεται σαπούνι, με άλλα λόγια κάτι που καθαρίζει κάθε ρύπο.
Χωρίς ιδιαιτέρους νεωτερισμούς επί του θέματος, τα ιατροσόφια της Τουρκοκρατίας αποδέχονται τις θεραπευτικές ιδιότητες του ελαιολάδου και συστήνουν τη διατροφική κατανάλωσή του.

«έλαιον το σεπτόν»
Tο λάδι είναι για τους Έλληνες σεπτό, (δηλαδή σεβάσμιο), αιδέσιμο, (αξιοσέβαστο). Το λάδι χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται σε τελετές σε όλες τις θρησκείες που έχουν σχέση με τη Μεσόγειο. Τόσο στην αρχαία ελληνική όσο και στη ρωμαϊκή θρησκεία χρησιμοποιήθηκε για σπονδές, ενώ στον χριστιανισμό σε μυστήρια όπως το βάπτισμα, το χρίσμα και το ευχέλαιο, αλλά και στο άναμμα του καντηλιού. Το έλαιον, σ’ ένα άλλο επίπεδο, συνδέεται παρετυμολογικά με το έλεος, γεγονός που δημιουργεί μια ολόκληρη σειρά αναφορών της σχέσης έλαιον/ έλεος, ιδίως σε αγιολογικά κείμενα.

Στο βάπτισμα, ακολουθώντας μια συνήθεια που ανάγεται στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, ο ιερέας κατά τη διάρκεια του Βαπτίσματος ραντίζει το ευλογημένο νερό με λάδι, το λεγόμενον «έλαιον επορκισμού», γιατί με αυτό ολοκληρώνονται οι εξορκισμοί του κατηχουμένου. Το λάδι του Βαπτίσματος αισθητοποιεί την απόφαση του νέου χριστιανού να εγκαταλείψει την «αγριέλαιον» της πνευματικής άγνοιας και να οικειωθεί την «καλλιέλαιον» της εν Χριστώ ζωής (Ρωμαίους 11, 24). Το ίδιο λάδι, με το οποίο αλείφεται και ολόκληρο το σώμα του νεοφώτιστου, ονομάζεται «έλαιον αγαλλιάσεως» γιατί συμβολίζει την πνευματική πληρότητα και ευφροσύνην του ανθρώπου, ο οποίος μπορεί να γευθεί την πλησμονή της θείας χάρης 19 Παναγιώτης Υφαντής, «Λάδι το ιερό. Συμβολισμοί και χρήσεις του λαδιού στην ορθόδοξη παράδοση». συλλογικός τόμος της Ακαδημίας Αθηνών, Ωδή στην Ελιά, Αθήνα 2004, σ. 121-122.

Η τελετή αγιασμού του Αγίου Μύρου στο πατριαρχείο Κων/λης.

Με βάση το ελαιόλαδο παρασκευάζεται το μύρο που χρησιμοποιείται στο μυστήριο του Χρίσματος που ακολουθεί το βάπτισμα στη χριστιανική θρησκεία. Το Μύρο παρασκευάζεται από ελαιόλαδο και ένα μεγάλο πλήθος (πάνω από 50), από αρωματικές ουσίες, οι οποίες συμβολίζουν τα πολυάριθμα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Ακόμα και σήμερα το Άγιο Μύρο παρασκευάζεται στην έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου την Κωνσταντινούπολη, από τον πατριάρχη με την ευθύνη των μυρεψών (ειδικευμένοι αρωματοποιοί και ψήστες του Αγίου Μύρου) και διανέμεται σε όλες τις Ορθόδοξες εκκλησίες ανά τον κόσμο.

Ευχέλαιο στον παλαιό ναό του Αγ. Μηνά. Ν. Ψιλάκης, Ελαίας Στέφανος, σ. 325.

Στο μυστήριο του Ευχελαίου μέσα από ένα ευρύχωρο δοχείο γεμάτο ελαιόλαδο (πάνω σε ανοιχτό δοχείο με αλεύρι), ο ιερέας εμβαπτίζει μικρά ξύλινα ραβδάκια τυλιγμένα με βαμβάκι στην άκρη και με αυτό χρίζει σε διάφορα σημεία το σώμα του πάσχοντος πιστού. Πρόκειται για μια παράδοση της αρχαίας εκκλησίας που αναδεικνύει την ιαματική (θεραπευτική) διάσταση του λαδιού, συνδυάζοντάς την με το αίτημα και το ιδεώδες της πνευματικής υγείας.

Luigi Mayer, Κανδήλες ελαίου στο σπήλαιο της Γέννησης, έγχρωμη χαλκογραφία, 19ος αι., Μπενάκειος βιβλιοθήκη, Ωδή στην Ελιά, σ. 147.

Στην ορθόδοξη παράδοση μέσα στην εκκλησία στο Άγιο Βήμα η κανδήλα οφείλει να διατηρεί πάντοτε ικανή ποσότητα ελαίου ώστε να μην σβήνει. Ειδικά μετά την έλευση του Αγίου Φωτός στην Ανάσταση, το κανδήλι αυτό που ονομάζεται και ακοίμητη κανδήλα, μένει αναμμένο για τουλάχιστον 50 μέρες μέχρι την Πεντηκοστή.

Καντήλι μπροστά σε εικόνισμα. Φωτ. Νίκου Ψιλάκη.

Όλοι γνωρίζουν (και αρκετοί τηρούν ακόμα) την παράδοση να διατηρούν αναμμένο καντήλι σε ειδικό σημείο του σπιτιού τους συνήθως κοντά στα εικονίσματα. Μια συνήθεια που συνδέεται άρρηκτα με το βίωμα των παιδικών μας χρόνων στα χωριά της υπαίθρου, όπου ό ευλογημένος καρπός της ελιάς, το λάδι έκαιγε ως ελάχιστη ευγνωμοσύνη ή σημείο ικεσίας, στην ενδόμυχη ανάγκη της ανθρώπινης φύσης να επικοινωνήσει με ευχαριστιακό τρόπο με τον Δημιουργό του. Το λάδι της ελιάς είναι το καιόμενο μέσον -θυσία- που σ’ αυτήν την περίπτωση συνδέει τον υλικό με τον πνευματικό κόσμο κι αυτό μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Μπροστά σε εικόνες (φωτ. KANTHLI) που μας συνδέουν με τους προγόνους (αφού κληρονομούνται ως πολύτιμα κειμήλια από γενιά σε γενιά) το καντήλι αποτελεί ένα απόκρυφο σημείο-ανάμνηση της αρχέγονης εστίας, (ας θυμηθούμε και το άσβεστον πύρ των αρχαίων Ελλήνων), αντικείμενο αισθητικής κι αισθαντικής προσοχής και μέριμνας. Ποιος από εμάς δεν θυμάται σε ώρες ευχαριστίας ή σε ώρες ανάγκης την γιαγιά ή τη μητέρα να προσφεύγει με ευλάβεια μπροστά στο καντήλι, εκεί όπου καίει το καλύτερο λάδι της φετινής σοδειάς. Είναι από τις βιωματικές συνήθειες του παλιού καιρού που δεν σχετίζεται μόνο με την πίστη ή τη θρησκεία αλλά αποτελεί μαγιά των παιδικών αναμνήσεων, πηγή αισθημάτων από όπου αντλούμε ενίοτε το πρωταρχικό σθένος για να αντιμετωπίσουμε τις αντιξοότητες της ζωής.

Λάδι και Φως
Λύχνοι ελληνιστικής περιόδου από την ακρόπολη της Βεργίνας.

Yπάρχει, ωστόσο, και μια ποιητική διάσταση σε αυτό το πολύτιμο υλικό, το λάδι: τα λυχνάρια με το βαμβακένιο φιτίλι ήταν μέσα φωτισμού από τα βάθη του καιρού, πριν μπει σε χρήση το πετρέλαιο, το αέριο κ.λπ. Μέχρι και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ο λύχνος ήταν το βασικό μέσο φωτισμού στο κρητικό σπίτι.
Σώζονται σήμερα πλήθος από πήλινα λυχνάρια, από τους προϊστορικούς χρόνους, θα τα δούμε στις προθήκες των μουσείων, που φώτιζαν καίγοντας λάδι.

Ορειχάλκινος λύχνος βυζαντινών χρόνων. Ιστορικό Μουσείο Κρήτης.

Ειδικότερα στην ρωμαϊκή εποχή η βιομηχανία παραγωγής λύχνων άνθιζε σε πολλά σημεία της Μεσογείου, έτσι που σήμερα βρίσκουμε πολλά περίτεχνα κατασκευάσματα για φωτισμό. Στα συμπόσια και στα δείπνα της αρχαιότητας χρησιμοποιούνταν μεγαλύτερες κατασκευές πολύφωτων λύχνων, συνήθως από μπρούντζο ενώ δεν είναι σπάνιοι οι δίφωτοι, τρίφωτοι μέχρι και εφτάφωτοι λύχνοι. Στο λύχνο συνδυάζεται το φως με το αρχέγονο στοιχείο της φωτιάς. Ακόμα και το χρονικό όριο όπου τοποθετείται η έναρξη της νύχτας συνδέθηκε με το λύχνο συγκεκριμένα με το άναμμά του «επί λύχνων αφάς» (= την ώρα που ανάβουν οι λύχνοι).
Στην Κρήτη αλλά και αλλού ο λύχνος συνδέθηκε με στιγμές οικογενειακής θαλπωρής και ασφάλειας, εικόνες που παραπέμπουν στην αρχέγονη πυρά της Εστίας ως θεοποιημένη οντότητα της οικογένειας. Κι επειδή το λάδι υπήρχε άφθονο στα κρητικά σπίτια σε κάθε γωνιά μπορούσες να βρεις ένα λύχνο να στέκει στον στατήρα του καμωμένο από ξύλο μπηγμένο σε μια πέτρα συνήθως. Ο συνειρμός της καντήλας με το λάδι και του λύχνου δεν είναι τυχαίος κι εξηγεί γιατί η χρήση του αναγράφεται συχνά σε λογοτεχνικά κείμενα.

το λάδι στη λογοτεχνία
Όμηρος
Το έλαιον το βρίσκουμε βέβαια και στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια του Ομήρου, αλλά η χρήση του είναι άλλη από τη σημερινή:
Στη 10η ραψωδία της Ιλιάδας ο Οδυσσέας κι ο Διομήδης επιστρέφουν στο στρατόπεδο ταλαιπωρημένοι από την αποστολή
κατασκοπείας στο Ίλιο 20 Ίλιον = η Τροία :
«Κι αφού λουστήκαν πια κι αλείφτηκαν καλά με λάδι, επήγαν και κάθισαν να φαν…» (Κ, 57)

Και στην Οδύσσεια, ο Οδυσσέας διηγείται για τις περιποιήσεις που του επιδαψιλεύανε οι νεράιδες στο παλάτι της Κίρκης:
«Σα μ’ έλουσε και μ’ έτριψε με μυρωδάτο λάδι
μου φόρεσε πεντάμορφη χλαμύδα και χιτώνα…» (κ, 364)

Κι όταν η βασίλισσα των Φαιάκων ετοιμάζει την κόρη της Ναυσικά να πάει με τις δούλες στο ρέμα, να πλύνουν τα ρούχα :
«της έδωσε κι ένα ροΐ χρυσό, γεμάτο λάδι
ν’ αλείψει αυτή κι οι σκλάβες της το σώμα, αφού λουστούνε…» (ζ, 79)

Κι όχι μόνο αυτό, ακόμα και τις χαίτες των αλόγων τις αλείφανε με λάδι, όπως λέει ο Αχιλλέας που οργανώνει αγώνες -και αγώνες αρματοδρομίας- προς τιμήν του Πατρόκλου:
«μα τώρα εγώ με τα μονόνυχα φαριά μου δε θα τρέξω
τι τέτοιο αρματηλάτη χάσανε, στον κόσμο ξακουσμένο,
που με νερό καθάριο ως τα ‘λουζε, γεμάτος καλοσύνη
με λάδι ακράτο τούς περίχυνε κάθε φορά τις χήτες…» (ψ, 281)

Λίθινο ελαιοπιεστήριο από την Όλυνθο.  4ος αι. π.Χ.

Όσο για τον λύχνο, «μια λέξη μονάχα» στην Οδύσσεια «κι εκείνη αβέβαιη»:
«…κι ομπρός τους η Παλλάδα με φως λαμπρό τους έφεγγε,

λύχνο χρυσό κρατώντας(χρύσεον λύχνον έχουσα…)…» (κ, 364)
όπου, λένε οι σχολιαστές, δεν κρατούσε «λαδολύχναρο» η Αθηνά, αλλά μια χρυσή θήκη που μέσα της ήταν τοποθετημένη η αναμμένη δάδα – κάτι σαν τη δάδα της ολυμπιακής φλόγας!

Καινή Διαθήκη


(απόδοση στη Νεοελληνική)
«Είναι κάποιος από εσάς άρρωστος;
Να προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας
να προσευχηθούν γι αυτόν
και να τον αλείψουν με λάδι, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου.
Και η προσευχή που γίνεται με πίστη θα σώσει τον άρρωστο.
Ο Κύριος θα τον κάνει καλά
κι αν έχει αμαρτίες, θα του τις συγχωρέσει». (επιστολή Ιακώβου ε΄, στ. 14-15)
θεραπευτικές συνταγές κατά το Μεσαίωνα
«έμπλαστρος μαλακτική διαφορητική πολύχρηστος η διά μέλιτος, μαλάττει και
διαφορεί και σκευάζεται ούτως. λιθαργύρου, ελαίου ανά λίτρας β’,
κολοφωνίας, κηρού, αξουγγίου νεαρού, μέλιτος ανά ουγγίας κ’. έψε
λιθάργυρον, αξούγγιον και έλαιον έως αμολύντου και επίβαλε τα τηκτά
διηθηθέντα, και ενώσας και άρας από τού πυρός επίβαλε μέλι και ψύξας και
μαλάξας χρώ». (Αέτιος Αμιδηνός – 12ος αιώνας μ.Χ.)
το ελαιόλαδο παράγοντας υγείας
« το λάδι είναι θερμόν και κινητικόν και αντιφάρμακον να το πίνη όστις φάγη
μανιτάρια ή άλλα βλαβερά πράγματα. Φθείρει τους σκώληκας, παχαίνει και
δίδει δύναμιν, και -απλώς ειπείν- κάθε καλόν κάμνει εις τον εσθίοντα…
το αγγουρόλαδον είναι πλέον λεπτότερον… και εις τες αλοιφές και τα έμπλαστρα
χρησιμότερον». (Αγάπιος ο Λάνδος, Γεωπονικόν, 1643)
Παπαδιαμάντης
Και πρώτα-πρώτα, βέβαια, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το άναμμα του καντηλιού μπροστά στο εικόνισμα του σπιτιού συγκεντρώνει και την προσωπική ευλάβεια του αφηγητή:
«Η Θοδωριά έλαβεν από τινος ερμαρίου το λαδικόν, κατεβίβασε το κανδήλιον,
και ο κρότος της προστριβής του σχοινίου επί της μικράς τροχαλίας την έκαμε
ν’ ανατριχιάσει. Eρριψεν έλαιον εις το κανδήλιον, το ανεβίβασεν πάλιν, έκαμε
τρεις σταυρούς εμπρός εις τα εικονίσματα των αγίων…» (Ο πολιτισμός εις το χωρίον, τόμ. Β΄, σ. 250)

Στο διήγημά του Τα ρόδιν’ ακρογιάλια, περιγράφει πολύ ζωηρά την πρωινή κίνηση στα ελαιοτριβεία, που στη Σκιάθο, όπως ο ίδιος λέει, υπήρχαν εκείνον τον καιρό πάνω από δέκα, από τα οποία το ένα βρισκόταν στη γειτονιά του πατρικού του σπιτιού:
«Τα ελαιοτριβεία είχον ανοίξει ήδη, τρεις ώρας πριν φέξη. Eν τούτων μ’
εξυπνούσε κάθε πρωί, δίπλα εις την πατρικήν μου οικίαν. Άλλα δύο ήσαν
αντικρύ, πέραν του μικρού ποταμίσκου της μούργας. Έν άλλο έκειτο εκείθεν
του δρόμου, και άλλα οκτώ ή δέκα ευρίσκοντο εις τας άκρας του χωρίου,
ολόγυρα εις τους κήπους. Πολλοί άνθρωποι εκυκλοφόρουν πρωινοί…
Τηγανίτες εμοσχοβόλουν παντού. Οι ελαιοτριβείς εκαλοπερνούσαν
καθημερινώς από τα φιλεύματα και τα κεράσματα των οικοκυράδων…» (Τα ρόδιν’ ακρογιάλια, τόμ. Δ΄, σ. 226)

Και πάλι στα Ρόδιν’ ακρογιάλια, τα γεμάτα θάματα και οράματα, διηγείται:
«…Μου είχεν διηγηθεί έν όνειρον, οπτασίαν μάλλον, την οποίαν είχεν ιδεί κατ’
εκείνον τον χρόνον -οπότε είχεν αρχίσει ήδη να υποθηκεύη τα κτήματα, να
παραπίνη, να λοξοπατή και να προσπαθή διά πλαγίων, ακόμη και δι’ εικονικών,
να ορθοποδίση επί του ολισθηρού εδάφους. Ο πατήρ του, όστις είχεν αποθάνει
εν τω μεταξύ καθ’ όν χρόνον ο Στάμος είχε καταλάβει ήδη τα κτήματα, εμφανισθείς
με την μακράν τσιμπούκαν και την βράκαν του, καθήμενος όπως τον παλαιόν καιρόν,
όταν ο Σταμάτης ήτο παιδίον, εις το φουγοπόδαρο, υπό το πτερύγιον της εστίας,
του έλεγε καθ’ ύπνους, με το πομπώδες και συνθηματικόν ύφος του καιρού του:
– Σταμάτη, Σταμάτη, μην εκποιής το υποστατικόν. Το ελαιόλαδον, μέσα εις τα κιούπια,
λάμπει καλύτερον παρ’ όσον τα πέρπυρα 21 =υπέρπυρα, τα χρυσά βυζαντινά νομίσματα, μεγάλης ονομαστικής αξίας. εις τας δολεράς χείρας του αθλίου τοκογλύφου…» (Τα ρόδιν’ ακρογιάλια, τόμ. Δ΄, σ. 241)

Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Ορειχάλκινος λύχνος βυζαντινών χρόνων. Ιστορικό Μουσείο Κρήτης

Όσο για το λάδι, θα το βρούμε πάλι στο λυχνάρι, αυτή τη φορά στον Κερκυραίο πεζογράφο Κωνσταντίνο Θεοτόκη ( 1872-1923), όπου πάει να πάρει μεταφυσικές διαστάσεις, σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα, στο σπίτι μιας ετοιμοθάνατης:
«Κι η κόκκινη φλόγα του λυχναριού ανεβοκατέβαινε, κι εκάπνιζε, κι έριχνε το
τσιμπλαιασμένο φυτίλι κάθε τόσο μικρές σπιθούλες, και κάθε τόσο εχαμήλωνε το φως.
Μία χοντρή καύτρα, σαν αναμμένο κόκκινο κάρβουνο, είχε σταθεί πάνω στο φυτίλι,
κι έκανε λιγότερο λαμπρή της φλόγας τη λάμψη. Και κάθε φορά που το φως εψήλαινε,
κατέβαινε έπειτα περισσότερο, σα να ‘θελε μονομιάς να σβήσει, κι ανέβαινε πάλι σα
να μην ήθελε ούτε εκείνο να πεθάνει. Κι ο Θωμάς… όλο αποφάσιζε να σηκωθεί, να
ξεφυτιλίσει το λυχνάρι και να του δώσει λίγο λάδι, κι όλο ανάβαλλε τη στιγμή,
κρίνοντας πως το φως του ημπορούσε ακόμα να βαστάξει λίγη ώρα, και σα να εφοβότουν
μήπως μ’ αυτό το λάδι εμάκραινε και τη ζωή της ετοιμοθάνατης…» (Η ζωή κι ο θάνατος του Καραβέλα)

Άγγελος Σικελιανός

«…Στα παραθύρια τ’ ανοιχτά βαθιάν ολύμπια νύχτα,
με τα βουνά σαν τον αχνόν και το λειψό φεγγάρι
με τ’ άστρα πόπιναν το φως στης ηρεμίας το λάδι.
Θροφή στα μάτια, σαν η ελιά στο στόμα, ο λυχνοστάτης
βαθιά ‘φεγγε τα φρένα μας με την ολύμπια νύχτα.
Το λάδι έφεγγε μέσα μας βαθιά την καλοσύνη…». (Αλαφροΐσκιωτος)
Νίκος Καζαντζάκης

«…εύτυχες φέτος κλίβαζαν οι ελιές, χοντρό καρπό γεμάτες
κι ο νοικοκύρης κοκορεύεται, χύνουν οι ελιές στο νου του,
τα πλήθια εντός του τρίζουν λιοτριβειά, τα στάματα τρουλιάζουν,
κυλάει στις σκάφες το αγουρόλαδο κι ο λιόζουμος αχνίζει
και τα βαθιά λαδογυαλοκοπούν αραδιαστά πιθάρια.» (Οδύσσεια Δ’ 187-191)
Χρήστος Μπουλώτης
Η πινακίδα Fp (1) της Κνωσού σε Γραμμική Β΄ γραφή με καταχώριση ποσοτήτων λαδιού, που αποστέλλονταν σε θεότητες, ιερά και μέλη του ιερατείου.

«…έτσι όπως στήνοντας αφτί στον ορθογώνιο πηλό
των πινακίδων
θροΐζοντα ακούς τ’ ασημένια φύλλα
μέσα από συλλαβές εγχάρακτες,
συλλαβογράμματα της Γραμμικής Β γραφής,
ελαία, έλαιον, καρπός ελαίας, κι άλλα παρεμφερή ακούς,

ελληνικής λαλιάς το γραπτό έναυσμα,
και μέσα από ιδεογράμματα ακούς και ακροφωνήματα
σαν μυστικά ασφράγιστα και ηχηρά εις τους αιώνας των αιώνων,
ιδού ένας ελαιώνας -τετρακόσιες τόσες ρίζες-
αναδύεται
κάπου στην επικράτεια της Κνωσού,
τον ήλιο πώς φιλτράρουν επίμονα οι φυλλωσιές του
και ζωγραφικά,
άδηλος μήνας…
…έτσι όπως στήνοντας αφτί στον ορθογώνιο πηλό
των πινακίδων
το λάδι επιμερίζεται ακριβοδίκαια και ταξιδεύει» (Υλικό για μικρές ιστορίες του λαδιού από τη Γραμμική Β΄ γραφή, 2004)

Μανώλης Κουτσουράκης
«Να ‘μουν ντο Μάη θεριστής, τον Αύγουστο δραγάτης
στσι κάψες στο βολόσυρο, τσι νύχτες στο μποστάνι,
εις τ’ οψιμοκαλόκαιρο να ‘μουνε καζανάρης
και με τσι πρώτες τσι βροχές στο μύλο αλετριβιάρης!
Και ν’ αρχινώ να κουβαλώ σακούλες και μιγόμια,
ν’ αλέθουν οι μυλόπετρες, το χτήμα να γυρίζει
κι ώστε να πώ κι ένα σκοπό και δυο μαντιναδάκια
νάν’ οι ελιές χαζίρικες, στη σκάφη το ζυμάρι
και τα ντορμάδια αραδαρέ και καλοζυγιασμένα!
Ν’ αρχίζει η σφήνα να χτυπά, να χαμηλώνει η πλάκα,
τα μπράτσα να φουσκώνουνε, να τρίζει ο μποτζαργάτης
και να τεντώνει το σχοινί, το βίντσι να γυρίζει
να τρέχουν να σιρώνουνε το λάδι τα ντορμπάδια….» (Ανατρανίσματα, Αθήνα 1974)


Σχολιάστε