Μινωική Κρήτη Φαιστός, Μεσαρά
Σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα που διαθέτουμε, η εξημέρωση και καλλιέργεια της ελιάς στις ελληνικές χώρες ξεκίνησε στα πρώτα στάδια της οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης στη νεολιθική εποχή πριν από 9.000-5.500 χρόνια (Νεολιθική περίοδος), στις πυκνά κατοικημένες και αναπτυγμένες περιοχές. Μια από αυτές ήταν η ευρύτερη περιοχή της Μεσαράς μέχρι τα Αστερούσια όρη. Σ’ αυτήν την περιοχή στο δυτικό κέντρο της Μεσαράς κάτω από τους λόφους της Φαιστού βρίσκονται σήμερα οι ελαιώνες της Σοδειάς Ψαράκη. Αν και οι σχετικές μαρτυρίες είναι λίγες γι αυτήν την περίοδο, ο ελαιόκαρπος περιλαμβανόταν στα βασικά είδη διατροφής των κατοίκων.
Μινωικά πιθάρια λαδιού από την Κνωσό. Αρχαιολογικό μουσείο Ηρακλείου.

Στην Προανακτορική περίοδο (πριν από 5.500-4.000 χρόνια, είναι η πρώτη εποχή στην οποία έχομε στοιχεία για μελέτη. Τα ευρήματα που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα περιλαμβάνουν πυρήνες ελιάς από τους τάφους στη Λεβήνα (Λέντα) της νότιας Κρήτης και στο Κράσι Πεδιάδας, και από τους οικισμούς της Τρυπητής και της Αγίας Τριάδας στη νότια Κρήτη, της Κνωσού, της Μύρτου και της Βασιλικής στην Ιεράπετρα, της Ντέμπλας Χανίων και του Χαμαλευρίου Ρεθύμνου. Τα ευρήματα δεν επαρκούν για να μιλήσουμε για μεγάλη παραγωγή πριν από το 2000 π.Χ. Ο ελαιόκαρπος αποτελούσε βασικό στοιχείο διατροφής, ενώ η παραγωγή λαδιού μάλλον περιοριζόταν σε οικογενειακό επίπεδο.

Μινωικοί πίθοι στις αποθήκες του ανακτόρου της Φαιστού.

Στην παλαιοανακτορική περίοδο (πριν από 4000-3700 χρόνια) με τη γενικότερη συστηματοποίηση της παραγωγής, στα πλαίσια της οργάνωσης της οικονομίας, έχουμε ενδείξεις ότι και η ελαιοκομία αναπτύχθηκε περισσότερο. Οι πίθοι από το παλιό ανάκτορο της Φαιστού στη νότια Κρήτη και από το ανακτορικό κτίριο στο Μοναστηράκι Αμαρίου, (που ήταν εξαρτημένο από τη Φαιστό), και οι γιγάντιοι πίθοι από τα παλιό ανάκτορο της Κνωσού αποδεικνύουν τη συγκέντρωση και φύλαξη της παραγωγής και μάλιστα με τη φροντίδα της κεντρικής εξουσίας.

Ληνός και ελαιοπιεστήριο από το ανάκτορο της Φαιστού.
Ληνός και ελαιοπιεστήριο από το ανάκτορο της Φαιστού.

Είναι χαρακτηριστικό το ελαιοπιεστήριο που σώζεται μέσα στο ανάκτορο της Φαιστού το οποίο διασώζει όλα τα χαρακτηριστικά των μινωικών πιεστηρίων.

Μινωικό πιθάρι για λάδι από το ανάκτορο του Γαλατά. περ. 1500 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.

Στην νεοανακτορική και στην τελική ανακτορική (κρητομυκηναϊκή) περίοδο (πριν από 3700-3000 χρόνια) η ελαιοκομία αποτέλεσε βασικό τομέα της παραγωγής στη μινωική οικονομία. Στις εποχές αυτές ανήκουν κατασκευές και εγκαταστάσεις που είναι γνωστές και δημοσιευμένες. Άλλα μνημεία ελαιοκομίας είναι οι πίθοι για την αποθήκευση του ελαιόλαδου, οι λύχνοι στους οποίους το έκαιγαν για φωτισμό, οι πιθαμφορείς και οι μικρότεροι αμφορείς – απλοί και ψευδόστομοι, με τους οποίους το μετέφεραν και το εμπορεύονταν. Μοναδικές πληροφορίες για την ελιά και το λάδι μάς δίνουν οι τοιχογραφίες, τα γραπτά τεκμήρια σε γραμμική Β γραφή της τελευταίας περιόδου και τα ζωγραφισμένα αγγεία και τα μικροτεχνήματα, κυρίως σε χρυσό.

μαρτυρίες
ελαιοκαλλιέργεια στη μινωική Κρήτη

«Το μάζεμα της ελιάς ήταν η τελευταία συγκομιδή της χρονιάς και απαιτούσε τον περισσότερο χρόνο. Άρχιζε το Νοέμβριο και δεν τελείωνε παρά στις αρχές Μαρτίου, όταν οι πολύ ώριμοι καρποί έπεφταν μόνοι τους. Μάζευαν με τα χέρια μερικές ελιές, τα ψηλά, ωστόσο, κλαδιά τα ράβδιζαν οι άντρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά μάζευαν τις ελιές στο προσεχτικά καθαρισμένο χώμα, που, καμιά φορά, το σκέπαζαν με σεντόνια και τις ξεχώριζαν από τα φύλλα και από κανένα κοτσάνι. Έβαζαν τις λιωμένες ελιές σε τρίχινα τσουβάλια, που τα τοποθετούσαν ανάμεσα σε ένα είδος μικρού κάδου με στόμιο και σ’ ένα σωρό από μαδέρια που χρησίμευαν για πρέσα. Η συνήθεια αυτή διασώθηκε σε πολλά χωριά έως σήμερα. Αύξαιναν κατά κανόνα την πίεση, βάζοντας πάνω από τα μαδέρια ένα πελώριο βραχίονα μοχλού, που τη μια του άκρη τη στερέωναν μέσα στον τοίχο και την άλλη τη λύγιζαν με τη δύναμη των ανθρώπινων χεριών και των σάκων με πέτρες, που κρεμούσαν. Το λάδι από αυτή την πρώτη εν ψυχρώ απόσταξη έσταζε σ’ ένα πιθάρι ή κάδο, απ’ όπου το έβγαζαν για να το αποθηκεύσουν στις στέρνες του αγροκτήματος ή για να γεμίσουν τα τουλούμια από κατσικίσιο δέρμα. Μετέφεραν τα τουλούμια με το λάδι στο σπίτι του ηγεμόνα, του ιερέα ή του εμπόρου.»

Βασίλης Σημαντηράκης, Μαρίνα Λυκούδη, Ελαία η καλλιστέφανος, βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής, εκδ. Έφεσος
« Έκαναν σωρό τον πυρήνα, που είχε ακόμη πολύ λάδι, και τον ζέσταιναν επί είκοσι μέρες. Τον ξαναλειτρίβιζαν κατόπιν, και το λάδι που έβγαινε αυτή τη φορά, ήταν πιο πικρό, πιο ξινό και δεν ξεπερνούσε σε ποσότητα το ένα τρίτο της πρώτης πίεσης. Στο τέλος ξεκαθάριζαν και το τελευταίο λάδι, βάζοντας τον πυρήνα στο ζεστό νερό, μέσα σ’ ένα ειδικό πήλινο δοχείο, το διαχωριστήρα του λαδιού: βρέθηκαν μινωικά δοχεία του είδους αυτού στην Πραισό, στα Γουρνιά, στα Μάλια και στο Βαθύπετρο, που μοιάζουν με αυτά, που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοί μας. Οι λιπαρές ουσίες ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Ο πιο βαρύς πολτός και το νερό αδειάζουν μέσα από έναν αγωγό στο βάθος του κάδου. Αντιλαμβανόμαστε τώρα, πόση χειρωνακτική δουλειά και πόσες φροντίδες απαιτούσε η παραγωγή λαδιού και πόσο μπορούσε να ποικίλλει η τιμή και η ποιότητά του.»

Paul Faure, H καθημερινή ζωή στη μινωική Κρήτη
το “κόψιμο” του λαδιού
«Κύριο μέλημα των ελαιοπαραγωγών ήταν ανέκαθεν η επιτυχία ικανοποιητικής τιμής στην πώληση του λαδιού. Η μέχρι πρότινος ανυπαρξία κρατικής πολιτικής για τον καθορισμό κατώτερης τιμής και η μεταγενέστερη καθιέρωση της κρατικής τιμής παρέμβασης, που, όμως, γινόταν με καθυστέρηση και όταν η ελαιοσυγκομιδή βρισκόταν στο τέλος της, είχαν ως αποτέλεσμα τις κατ’ αρχάς χαμηλές τιμές πώλησης ελαιολάδου και τις μεγάλες κερδοσκοπικές διακυμάνσεις, κυρίως προς το τέλος της ελαιοπαραγωγική περιόδου.

Οι ελαιοπαραγωγοί έχοντας άμεση ανάγκη μετρητών χρημάτων λόγω καθημερινών αναγκών ή ανειλημμένων υποχρεώσεων με την έναρξη της συγκομιδής, πουλούσαν μεγάλο μέρος της παραγωγής τους πρώτους μήνες του έτους σε πολύ χαμηλές τιμές. Το κύκλωμα εμπορίου, που περιελάμβανε τους μεγαλέμπορους και εξαγωγείς λαδιού φρόντιζε, ώστε η περίοδος αυξημένων τιμών να έρθει αργότερα, όταν τα αποθέματα των μικρών παραγωγών θα έχουν εξαντληθεί.Ο ελαιοπαραγωγός, έχοντας ανάγκη χρημάτων και μην μπορώντας, συχνά, ν’ αποθηκεύσει τη σοδειά στις αποθήκες του, μετέφερε το λάδι στις αποθήκες των λαδεμπόρων, όπου, αφού το ζύγιζαν και μετρούσαν την οξύτητά του, έπαιρνε απόδειξη για την ποσότητα και την οξύτητα, χωρίς όμως να προβεί στην τελική πράξη πώλησης και την είσπραξη του αντιτίμου με την τιμή της ημέρας. Συνήθως, έπαιρνε, έναντι ένα ποσό πάντοτε λιγότερο από την αξία του προϊόντος. Το λάδι παρέμενε στη χρήση του εμπόρου, ατόκως, μέχρι τη στιγμή, που ο παραγωγός θα εκδήλωνε την πρόθεσή του να «κόψει» το λάδι, δηλαδή να προβεί στην πράξη πώλησης στον έμπορο με την τιμή πώλησης της ημέρας».
Βασίλης Σημαντηράκης, Μαρίνα Λυκούδη, Ελαία η καλλιστέφανος, βιβλιοθήκη Τράπεζας Αττικής, εκδ. Έφεσος
συμβόλαια του 16ου αιώνα
«Το λάδι της ελιάς, από τον 16ο αιώνα και μετά, εθεωρείτο το πιο διαδεδομένο, προϊόν, η χρήση του οποίου είχε πρωταρχικό ρόλο στη διατροφή, στη λατρεία και στις οικονομικές συναλλαγές των κατοίκων της περιοχής. Η καλλιέργεια της ελιάς ήταν μια από τις σημαντικότερες και βασικότερες φροντίδες των κατοίκων της. Σύμφωνα πάντα με τις αναφορές των δικαιοπρακτικών εγγράφων, τις περισσότερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης κάλυπταν οι ελαιώνες, που στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν συγκεντρωμένοι στο Μεγάλο Χωριό (τη σημερινή πόλη της Ιεράπετρας).

Στην περιοχή του Μεγάλου Χωριού είχε τα φέουδά του ο ισχυρότατος άρχοντας μισέρ Τζουάνε Μουδάτζος. Η βάση του πλούτου του ήταν η γεωργία και συγκεκριμένα το λάδι της ελιάς. Ο όρος λαδόσπιτα, που συναντάμε στις δικαιοπραξίες, μας παραπέμπει σε αγροτικές κατοικίες μέσα σε ελαιώνες, όπου διέμεναν οι αγρότες την περίοδο της συγκομιδής του καρπού της ελιάς».
Κατερίνα Χατζάκη, «Πληροφορίες για την ελιά και το λάδι της Ιεράπετρας σύμφωνα με τη μελέτη των δικαιοπρακτικών εγγράφως της περιοχής κατά το 16ο αιώνα», Πρακτικά συμποσίου, Η ελιά και το λάδι στον χώρο και τον χρόνο, Αθήνα 2003.
φάμπρικες
«Οι εργάτες της φάμπρικας γύριζαν με τα χέρια τους από τις χερολαβές την ανέμη η οποία κατέβαινε σιγά σιγά μέσα από το αρδάχτι και το πλακωτάρι. Όλο αυτό το σύστημα (που επάνω του βρισκόταν η ανέμη, κατέβαινε αργά με προορισμό να σφίξει τα μαντήλια.
Στο πάνω μέρος, εκεί που κατέληγε το αρδάχτι υπήρχε το πάνω κούτσουρο (βαρύ χοντρό ξύλινο σύστημα που χρησίμευε ως αντιστήριγμα για την πίεση. Υπήρχε και το κάτω κούτσουρο, για την αντίθετη ακριβώς δουλειά και διαδικασία, όταν δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια δυνάμεων (από τους εργάτες) περνούσαν από μια τρύπα που βρίσκονταν στο πλακωτάρι, ένα χοντρό ξύλο με αλυσίδα μποτζαργάτης που με αυτόν εσφίγγαν (λειτουργούσε σαν μοχλός). Ανάγκαζαν δηλ. το πλακωτάρι να κατέβει πιο χαμηλά. Όταν πάλι το ξύλο συναντούσε δυσκολία (λύγιζε) χρησιμοποιούσαν πιο χοντρό. Και τα δύο αυτά ξύλα, είχαν την κοινή ονομασία (μικρή και μεγάλη μανιβέλα).
Η κασέλα με το λάδι:
Με μια μάνικα, (σωλήνα δερμάτινη) το λάδι έφτανε ανακατεμένο με νερό και πυρήνα σε μια κασέλα που χωριζόταν σε δύο τμήματα άνισα μεταξύ τους τη μικρή και τη μεγάλη κασέλα. Στη μικρή υπήρχε ένα σύστημα καθαρισμού που λεγόταν καργαδόρος. Πρώτα γέμιζε η μικρή κασέλα λάδι, για να περάσει στη μεγάλη από μια εγκοπή, που επέτρεπε στο λάδι να περνά μόνο όσο γινόταν πιο καθαρό απαλλαγμένο από ακαθαρσίες.
Η πληρωμή της φάμπρικας:
Κάθε αγρότης που άλεθε τις ελιές του στη φάμπρικα έδινε στο προσωπικό (εργάτες) και φαμπρικάρη το 1/10 από το παραγόμενο λάδι. Από την πυρήνα (ό,τι έμενε από τη ζύμη ύστερα από την πίεση) στο σύνολο των 30 μαντηλιών τα 5 έπαιρνε ο φαμπρικάρης.
Η μεταφορά του λαδιού γινόταν με ασκιά (τουλούμια) και γέμιζαν με ειδικά δοχεία όπως το μίστατο και το κάρτο. Το μίστατο ήταν κατασκευασμένο από λαμαρίνα και χωρούσε 6 οκάδες λάδι και το κάρτο ίδια κατασκευή, 2 οκάδες.

π΄΄Μιχάλης Εμμ. Πατεράκης, Φύση, τέχνη και παράδοση της Κρήτης, Ηράκλειο-Φουρνή 1981.
το λάδι στο βάπτισμα
«Το έλαιον, βασταζόμενον υπό του αναδόχου αφού εμφυσήσει σ’ αυτό τρεις φορές ο ιερέας, ο οποίος (εις τύπον Χριστού εμφυσά την κατά Χριστόν νέα ζωή εις τον βαπτιζόμενον) ανανεώνοντας το πρώτο εμφύσημα του Θεού εις το πρόσωπον του Αδάμ κατά την δημιουργία, ευλογεί αυτό σταυροειδώς και ρύπτοντας πλέον το μυστικόν ή επορκιστικόν, ή έλαιον αγαλλιάσεως, όπως λέγεται, εις την ιερά κολυμβήθρα, ψάλλει το Αλληλούια, που στην εβραϊκή γλώσσα σημαίνει αίνον προς τον Θεόν και κάθοδον και επιδημίαν της θείας χάριτος. Με το αυτό έλαιον επίσης χρίει ο ιερεύς σταυροειδώς τον βαπτιζόμενον εις το μέτωπον, προς αγιασμόν του νοός του, εις το στήθος και τα μετάφρενα δια να αγιασθή η καρδία και η ζωή του, εις τα ώτα δια να ενδυναμωθεί εις την ακρόαση των θείων λόγων, εις το στόμα δια να ομολογεί την αλήθεια, εις τας χείρας για να εργάζεται την αρετή, εις τους πόδας δια να τρέχει εις τον ευθύ δρόμο της αρετής».
Έπειτα αλείφεται ο βαπτιζόμενος εις όλο το σώμα με το ευλογηθέν έλαιον.

π΄΄Φιλόθεος , Ηγούμενος Ιεράς Μονής Τοπλού,
Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου (οργάνωση: Σύνδεσμος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης) με θέμα: Η Ελιά και το Λάδι στην Χριστιανική Θρησκεία Σητείας Κρήτης, 23-25/5 /2002.
ελιά και αθανασία
«Στα νεότερα ταφικά έθιμα η φύτευση δέντρων ισοδυναμεί με την ελπίδα της αναγέννησης. Στα Αστερούσια της Κρήτης, περιοχή με έντονες μνήμες από ερημίτες που ζούσαν εκεί μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα, υπήρχε μέχρι πρόσφατα ένα έθιμο που μας θυμίζει έντονα την αρχαιότητα. Δίπλα στους τάφους των ασκητών συνήθιζαν να καρφώνουν ένα κλωνάρι ελιάς. Το κλωνάρι έμενε εκεί (συνήθως στην ανατολική πλευρά της ταφής) και σε μερικές περιπτώσεις μπορούσε να ριζώσει και να βλαστήσει. Η βλάστηση του κλάδου της ελιάς ήταν ένδειξη αγιοσύνης την οποία είχε κατακτήσει ο ενταφιασμένος»

Νίκος, Μαρία Ψιλάκη, Ηλίας Καστανάς, Ο πολιτισμός της ελιάς, το ελαιόλαδο, εκδ. Καρμάνωρ, Ηράκλειο 1999.
ο πρώτος καρπός
«Σήμερα η ελιά της Κρητικής γης με το λάδι της, πότε βαφτίζει τα νεογέννητα και πότε φωτίζει το καντήλι της Αγίας Τράπεζας ή το εικόνισμα του σπιτιού. Γι’ αυτό όταν θα βγει το πρώτο λάδι ή όταν αποτελειώσει το μάζεμα των ελιών προσφέρουν στο εικόνισμα του Αγίου κι ανάβουν το καντήλι από τη νέα σοδειά της χρονιάς. Πλην της λατρευτικής αυτής συνήθειας των Κρητικοπούλων είναι κι αυτή που σχετίζεται με τον πρώτο καρπό που θα κάμει μια νέα ελιά. Όταν πρωτοκαρπίσει ένα δέντρο πηγαίνει πρώτη να το μαζέψει και να δοκιμάσει τον καρπό γυναίκα και να έχει κάμει πολλά παιδιά και προκομμένη για να γενεί και το δέντρο καρπερό…»

Γ. I. Σειστάκης, «Η ελιά και τα λιομαζώματα», εφημ. Χανιώτικα Νέα, φ. 18/1/1973
ξύλινο ελαιοπιεστήριο
Ευρωπαίος περιηγητής που περιεργάζεται ελαιοπιεστήριο στην Ελλάδα.

«… Το πρώτο πράγμα εις το οποίον έπεσε το μάτι ήτο ένα παμπάλαιο ξύλινο ελαιοπιεστήριο πελωρίων διαστάσεων, το οποίο εστέκετο εις μίαν αποθήκην του γειτονικού σπιτιού, της οποίας η μισή σκεπή έλειπε… Ημπορούσε να είναι και 2000 ετών, και από την εποχή του Αρχιμήδους ακόμη, γιατί παριστάνει ακριβώς τον τύπον του αρχαιοτάτου πιεστηρίου.

Η βάση είναι ένα δοκάρι κυπαρισσένιο με 3,40μ. μήκους 60 πόντων πλάτους και 35 πόντων πάχους. Όμοιο είναι και το επάνω δοκάρι, το οποίον καταβιβαζόμενον συνθλίβει τις πετσέτες με τις ελιές. Δύο όρθια αδράχτια, χόνδρους 12 πόντων, το ένα εις απόστασιν 1,60μ. από το άλλο ενώνουν τα δύο δοκάρια. Το επάνω δοκάρι καταβιβάζεται με 2 στροφές (περινόημα) μάκρους 80 πόντων και αναβιβάζεται με 2 άλλες μικρότερες. Τέσσερις γεροί άνδρες χρειάζονται δια να περιστρέφουν τες δύο επάνω στρόφες και να πιέζουν προς τα κάτω το επάνω δοκάρι.»
Μιχαήλ Δέφνερ, Οδοιπορικαί εντυπώσεις από την Δυτικήν Κρήτην Βιβλιοπωλείο Υ.Ν. Σιδέρη Αθήνα 1918.


Σχολιάστε